Ελκώδη Κολίτιδα

Η ελκώδης κολίτιδα είναι μια μορφή φλεγμονώδους εντερικής νόσου αγνώστου αιτιολογίας. Προσβάλλει κυρίως τον βλεννογόνο του παχέος εντέρου και συχνά συνοδεύεται και από εκδηλώσεις σε άλλα μέρη του σώματος. Κλινικά εκδηλώνεται ως
• Οξεία κολίτις με ή χωρίς επιπλοκές ή
• Ως χρόνια νόσος
Στην ελκώδη κολίτιδα το παχύ έντερο παθαίνει φλεγμονή, διογκώνεται (πρήζεται) και δημιουργούνται στην επιφάνεια του έλκη (πληγές) που μπορεί να είναι από πολύ μικρά έως πολύ μεγάλα. Αποτέλεσμα, το πληγωμένο έντερο να μην μπορεί να απορροφήσει το νερό, τα κόπρανα γίνονται υδαρή (διάρροια), ενώ από τα έλκη βγαίνει κάποιες φορές αίμα.
Τα κύρια συμπτώματα που εμφανίζουν οι ασθενείς που πάσχουν από ελκώδη κολίτιδα είναι :
1. Πόνος στην κοιλιακή χώρα.
2. Διάρροια με παρουσία αίματος.
3. Αναιμία.
4. Κούραση.
5. Απώλεια βάρους.
6. Ανορεξία.
7. Απώλεια αίματος από τον πρωκτό.
8. Απώλεια υγρών του σώματος και θρεπτικών ουσιών.
9. Δερματικές αλλοιώσεις.
10. Πόνοι στις αρθρώσεις.
11. Στα παιδιά μπορεί να παρουσιαστεί πρόβλημα με την ανάπτυξή τους .
Στους μισούς από τους ασθενείς τα συμπτώματα είναι ήπια. Οι περισσότεροι υποφέρουν από συχνούς πυρετούς, αιματηρές διάρροιες, αναγούλες και σοβαρούς κοιλιακούς πόνους. Οι ασθενείς με αιμορραγική πρωκτίτιδα παρουσιάζουν καθαρό φρέσκο αίμα από το ορθό ή με πρόσμειξη βλέννας ή έχουν σκληρά κόπρανα καλυμμένα με αίμα. Συνήθως συνυπάρχει τεινεσμός.
Η εντόπιση της κατά την εμφάνιση της νόσου από στατιστικές έρευνες αφορά κατά ένα ποσοστό 37% ολόκληρο το παχύ έντερο (πανκολίτιδα), κατά 46% το ορθό και σιγμοειδές (ορθίτιδα/ορθοσιγμοειδίτιδα), και κατά 17% το αριστερό κόλον (αριστερή κολίτιδα). Οι ασθενείς με εκτεταμένη κολίτιδα, δηλαδή με πολλαπλή εντόπιση προσβάλλονται συνήθως από βαριά κολίτιδα, έχουν κακή ποιότητα ζωής λόγω του ότι ταλαιπωρούνται χρονίως, και σε αυτούς τους ασθενείς υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα χειρουργικής επέμβασης (30% στα 15 έτη). Γενικώς το 20-30% των ασθενών με ελκώδη κολίτιδα θα υποβληθούν σε επέμβαση κολεκτομής κατά την διάρκεια της ζωής τους.
Διάγνωση
Η διάγνωση γίνεται με ένα σύνολο εργαστηριακών εξετάσεων. Ίσως το πιο σημαντικό είναι η σωστή λήψη ιστορικού και η λεπτομερής κλινική εξέταση. Η ανάλυση αίματος μπορεί να δείξει εάν υπάρχει αναιμία , η οποία μπορεί να προκύψει λόγω αιμορραγίας στο παχύ έντερο. Επίσης μπορεί να δείξει την αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων τα οποία είναι δείκτης φλεγμονής στον οργανισμό και η ελκώδης κολίτιδα συνοδεύεται από φλεγμονή. Τελικά η διάγνωση τίθεται με ιστολογική εξέταση βιοψίας από το παχύ έντερο, η οποία λαμβάνεται με την κολονοσκόπηση.
Θεραπεία
Συνήθως η αρχική θεραπεία στις ήπιες μορφές γίνεται με την λήψη φαρμάκων και την αλλαγή στις διαιτητικές συνήθειες. Το πιο συνηθισμένο από αυτά τα φάρμακα είναι η σουλφασαλαζίνη, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όσο χρειαστεί και γίνεται να χορηγείται και μαζί με άλλα φάρμακα. Οι ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται καλά στη σουλφασαλαζίνη μπορεί να έχουν καλύτερη ανταπόκριση στους νεότερους παράγοντες 5-ASA. Πιθανές παρενέργειες των παραγόντων αυτών είναι ναυτίες, έμετοι, καύσος, διάρροια και πονοκέφαλος.
Χειρουργική Θεραπεία
Ένα ποσοστό 25 έως 40% των πασχόντων χρειάζονται τελικά αφαίρεση του κόλου εξαιτίας σοβαρής αιμορραγίας, ρήξης του κόλου ή κινδύνου εμφάνισης καρκίνου. Υπάρχουν διάφορες εγχειρήσεις που μπορούν να γίνουν. Η πιο συνηθισμένη είναι η πρωκτοκολεκτομή με ειλεοστομία, που γίνεται σε δύο στάδια. Στην πρωκτοκολεκτομή, ο χειρούργος αφαιρεί το κόλον και τον πρωκτό. Στην ειλεοστομία, ο χειρούργος δημιουργεί ένα μικρό άνοιγμα στην κοιλιακή χώρα το οποίο ονομάζεται στομία και κολλά το τελευταίο τμήμα του λεπτού εντέρου τον λεγόμενο ειλεό σε αυτό.
Δεν είναι όλες οι εγχειρήσεις κατάλληλες για όλους. Το είδος της εγχείρισης που απαιτείται εξαρτάται από τη σοβαρότητα της πάθησης και τις ανάγκες του ασθενούς και τον τρόπο ζωής του. Οι περισσότεροι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα δεν θα χρειαστεί να κάνουν ποτέ εγχείριση. Αν προκύψει η ανάγκη να γίνει εγχείριση οι ασθενείς παρηγορούνται με το γεγονός ότι μετά την εγχείριση, η κολίτιδα θεραπεύεται και οι περισσότεροι μετά από αυτήν συνεχίζουν μία φυσιολογική ζωή.