Βουβωνοκήλη

Τι είναι η βουβωνοκήλη ;

Είναι η προβολή ενδοκοιλιακών σπλάχνων (στην πλειοψηφία λεπτό ή παχύ έντερο) στο πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα της βουβωνικής χώρας. Το εσωτερικό της κοιλιακής κοιλότητας περιβάλλεται από μια πολύ λεπτή μεμβράνη που ονομάζεται περιτόναιο. Ακριβώς πάνω από το περιτόναιο έχουμε τα μυϊκά τοιχώματα της κοιλίας. Αν για οποιοδήποτε λόγο αυτά τα τοιχώματα σε κάποιο σημείο τους εμφανίσουν ένα χάσμα τότε το περιτόναιο « γλιστράει » μέσα από αυτό το χάσμα και δημιουργεί ένα ψηλαφητό εξόγκωμα σαν σάκο που ονομάζουμε κήλη. Στην βουβωνική περιοχή εντοπίζονται το 75% των κηλών του κοιλιακού τοιχώματος. Η βουβωνοκήλη αφορά κατά βάση τους άνδρες καθώς συμβαίνει 25 φορές συχνότερα σε σχέση με τις γυναίκες.

Ποια είναι η κλινική της εικόνα ;

Τα συμπτώματα των βουβωνοκηλών εξαρτώνται από το περιεχόμενο τους και από το αν είναι ανατάξιμες η περισφιγμένες. Η βουβωνοκήλη συνήθως παρουσιάζεται σαν ένα φούσκωμα στην περιοχή των γεννητικών οργάνων και επειδή συνήθως αφορά τους άντρες το φούσκωμα αυτό εντοπίζεται ακριβώς πάνω από τους όρχεις. Γίνεται πιο έντονο όταν βήχει ή σηκώνει κανείς βάρος . Συνήθως υποχωρεί όταν κανείς ξαπλώνει. Τις περισσότερες φορές η βουβωνοκήλη δεν συνοδεύεται από πόνο παρά μόνο από φούσκωμα και αίσθημα βάρους.

Ποια είναι η εξέλιξή της ;

Με τον χρόνο και με την μεγαλύτερη χαλάρωση των κοιλιακών τοιχωμάτων καθώς η κήλη μεγαλώνει μπορεί να εγκλωβιστεί στο εσωτερικό της και τμήμα λεπτού ή παχέως εντέρου. Συνήθως οι ασθενείς με μια κίνηση με τα δάχτυλα τους μπορούν να σπρώξουν το έντερο πάλι μέσα στην κοιλιά. Με τα χρόνια αν μια κήλη δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να δημιουργηθούν συμφύσεις ανάμεσα στον σάκο της κήλης και το περιεχόμενο της π.χ. λεπτό έντερο οπότε και ο ασθενής δεν μπορεί πλέον να την « βάλει » μέσα.

Πότε γίνεται απειλητική για την ζωή ;

Η βουβωνοκήλη μπορεί να παρουσιάσει περίσφιξη του περιεχομένου της. Το έντερο εγκλωβίζεται , στραγγαλίζονται τα αγγεία που το αιματώνουν και μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να νεκρωθεί. Τα συμπτώματα είναι έντονος πόνος και ευαισθησία στην περιοχή που πολλές φορές συνοδεύεται από ναυτία και εμετό. Σ’αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να επισκεφτούμε έναν χειρουργό καθώς αν η παραπάνω διαδικασία είναι ακόμη σε αρχικό στάδιο υπάρχει περίπτωση να μπορέσει ο χειρουργός να απελευθερώσει το έντερο χωρίς να χρειαστεί να γίνει εντερεκτομή. Σε αντίθετη περίπτωση γίνεται εκτομή του εντέρου.

Υπάρχει συντηρητική αντιμετώπιση για την βουβωνοκήλη ;

Η θεραπεία όλων των ειδών των κηλών είναι ΜΟΝΟ χειρουργική. Από τη στιγμή που τα τοιχώματα θα χαλαρώσουν και θα προβάλει η κήλη δεν υπάρχει τρόπος ν’ αντιστρέψουμε τη διαδικασία. Πότε πρέπει να χειρουργηθώ ; Δεν θα πρέπει να περιμένουμε να μεγαλώσει η κήλη με τον κίνδυνο να περισφιχθεί να είναι μεγαλύτερος. Τότε κινδυνεύουμε να είμαστε στην κατηγορία εκείνων των ασθενών που χειρουργούνται για τις επιπλοκές της κήλης (ειλεός, περίσφιξη του εντέρου κ.α) και όχι για την ίδια την κήλη με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει και η ιδανική τεχνική για την αποκατάσταση των τοιχωμάτων.

Ποια είναι η μέθοδος αποκατάστασης ;

Τα τελευταία χρόνια όλοι οι χειρουργοί χρησιμοποιούν διάφορα πλέγματα για να ενισχύσουν και ν’ αποκαταστήσουν το χάσμα των τοιχωμάτων χωρίς τάση αλλά με απλή συμπλησίαση μέσω του πλέγματος (tension free techniques). Η κατάλληλη τεχνική στην τοποθέτηση πλέγματος οδηγεί σε μηδαμινά ποσοστά υποτροπής. Τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα πλέγματα στην αποκατάσταση της βουβωνοκήλης είναι πλέγματα πολυπροπυλενίου . Η ιδιότητα του πλέγματος ως ξένου σώματος δρα ευεργετικά καθώς ο οργανισμός αντιδρά και το ενσωματώνει στην απονεύρωση δημιουργώντας ένα στέρεο τοίχωμα. Κατά την ανοιχτή μέθοδο αφού γίνει μια τομή 4-6 εκ στο δέρμα γίνεται αποκατάσταση της κήλης και τοποθέτηση πλέγματος πάνω ακριβώς από το αδύνατο σημείο του τοιχώματος. Τα τελευταία χρόνια η μέθοδος γίνεται με πολύ καλά αποτελέσματα και λαπαροσκοπικά. Τα πλεονεκτήματα αφορούν το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα .Μοναδικό της μειονέκτημα είναι η γενική αναισθησία, ενώ η κλασική μέθοδος μπορεί να γίνει και με τοπική ή επισκληρίδιο αναισθησία ή και με συνδυασμό τους.

Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείται ;

O ασθενής με την εισαγωγή του υποβάλλεται στο κλασικό προεγχειρητικό έλεγχο και αφου τον ολοκληρώσει εισέρχεται στο χειρουργείο. Η επέμβαση διαρκεί περίπου 1 ώρα και μετά από μερικές ώρες ο ασθενής κινητοποιείται και μπορεί να σιτισθεί ελαφρά. Την επόμενη ή και την ίδια μέρα (ανάλογα με την γενική κατάσταση του ασθενούς) λαμβάνει εξιτήριο με τις απαραίτητες οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή (ελαφρά αντιφλεγμονώδη κ παυσίπονα)από τους θεράποντες ιατρούς .Η επιστροφή στις καθημερινές του δραστηριότητες είναι δυνατή σε 7 ημέρες καθώς και η ελαφριά άσκηση (περπάτημα 20’). Επιστροφή σε αθλητικές δραστηριότητες και βαρείες εργασίες συνήθως είναι εφικτή μετα 20 ημέρες.